Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ameliorate
01
βελτιώνω, κατευνάζω
to make something, particularly something unpleasant or unsatisfactory, better or more bearable
Transitive: to ameliorate a situation or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ameliorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ameliorates
ενεστώτα μετοχή
ameliorating
απλός αόριστος
ameliorated
παθητική μετοχή
ameliorated
Παραδείγματα
Planting more trees can ameliorate air quality in urban areas.
Η φύτευση περισσότερων δέντρων μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα του αέρα σε αστικές περιοχές.
Λεξικό Δέντρο
ameliorating
amelioration
ameliorative
ameliorate
amelior



























