Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ameliorate
01
βελτιώνω, κατευνάζω
to make something, particularly something unpleasant or unsatisfactory, better or more bearable
Transitive: to ameliorate a situation or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ameliorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ameliorates
ενεστώτα μετοχή
ameliorating
απλός αόριστος
ameliorated
παθητική μετοχή
ameliorated
Παραδείγματα
Community initiatives were launched to ameliorate living standards in impoverished areas.
Κοινοτικές πρωτοβουλίες ξεκίνησαν για να βελτιώσουν τα βιοτικά επίπεδα σε φτωχές περιοχές.
Λεξικό Δέντρο
ameliorating
amelioration
ameliorative
ameliorate
amelior



























