Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eponym
01
επώνυμος, πρόσωπο που δίνει το όνομά του
a person, place, or thing after whom or which something is named
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eponyms
02
επώνυμος, πρόσωπο που έδωσε το όνομά του σε κάτι
the person for whom something is named
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
eponymic
eponymous
eponym



























