eponym
e
ˈɛ
ε
po
πα
nym
nɪm
νιμ

Ορισμός και σημασία του "eponym"στα αγγλικά

01

επώνυμος, πρόσωπο που δίνει το όνομά του

a person, place, or thing after whom or which something is named 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eponyms
02

επώνυμος, πρόσωπο που έδωσε το όνομά του σε κάτι

the person for whom something is named 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eponymic
eponymous
eponym
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store