epistle
e
ɪ
ι
pi
ˈpɪ
πι
stle
səl
σαλ
British pronunciation
/ɪpˈɪsə‍l/

Ορισμός και σημασία του "epistle"στα αγγλικά

01

επιστολή, αποστολική επιστολή

any of the letters in the New Testament, written by the apostles
example
Παραδείγματα
In his epistle to Titus, Paul gives guidance on church leadership.
Στην επιστολή του προς Τίτο, ο Παύλος δίνει καθοδήγηση για την ηγεσία της εκκλησίας.
02

επιστολή, επίσημη επιστολή

a formal letter that conveys a specific message or imparts knowledge or wisdom
example
Παραδείγματα
Scholars debate whether the apocryphal Epistles of Hippocrates truly contain correspondence from the famous ancient Greek physician.
Οι μελετητές συζητούν αν τα απόκρυφα επιστολικά κείμενα του Ιπποκράτη περιέχουν πραγματικά αλληλογραφία του διάσημου αρχαίου Έλληνα ιατρού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store