to ambulate
am
ˈæm
ām
bu
bjʊ
byoo
late
leɪt
leit

Ορισμός και σημασία του "ambulate"στα αγγλικά

to ambulate
01

περπατώ, κινώ

to walk or move from one place to another 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ambulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambulates
ενεστώτα μετοχή
ambulating
απλός αόριστος
ambulated
παθητική μετοχή
ambulated
Παραδείγματα
The hiker ambulated along the trail, taking in the beautiful scenery and enjoying the fresh air. 

Ο πεζοπόρος περπατούσε κατά μήκος του μονοπατιού, απολαμβάνοντας τα όμορφα τοπία και τον καθαρό αέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store