Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ambulate
01
περπατώ, κινώ
to walk or move from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ambulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambulates
ενεστώτα μετοχή
ambulating
απλός αόριστος
ambulated
παθητική μετοχή
ambulated
Παραδείγματα
Due to a leg injury, the athlete was unable to ambulate properly and had to withdraw from the race.
Λόγω τραυματισμού στο πόδι, ο αθλητής δεν μπορούσε να περπατήσει σωστά και αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τον αγώνα.
Λεξικό Δέντρο
ambulation
ambulate
ambul



























