Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ambulate
01
περπατώ, κινώ
to walk or move from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ambulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambulates
ενεστώτα μετοχή
ambulating
απλός αόριστος
ambulated
παθητική μετοχή
ambulated
Παραδείγματα
The hiker ambulated along the trail, taking in the beautiful scenery and enjoying the fresh air.
Ο πεζοπόρος περπατούσε κατά μήκος του μονοπατιού, απολαμβάνοντας τα όμορφα τοπία και τον καθαρό αέρα.
Λεξικό Δέντρο
ambulation
ambulate
ambul



























