ephemeron
e
ɪ
i
phe
ˈfɛ
fe
me
mə
mē
ron
rɒn
ron
ephemera

Ορισμός και σημασία του "ephemeron"στα αγγλικά

01

εφήμερο, πρόσωπο ή πράγμα βραχύβιας ύπαρξης

something that exists only for a brief period of time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ephemera
Παραδείγματα
The rainbow was a beautiful ephemeron, disappearing as quickly as it appeared. 

Το ουράνιο τόξο ήταν ένα όμορφο εφήμερο, που εξαφανίστηκε τόσο γρήγορα όσο και εμφανίστηκε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store