Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
epically
01
επικά, με τρομερό τρόπο
of great magnitude or scale, beyond ordinary proportions
Παραδείγματα
Their rise from poverty to power was epically inspirational.
Η άνοδός τους από τη φτώχεια στην εξουσία ήταν επικά εμπνευσμένη.
1.1
επικά, σε εντυπωσιακό βαθμό
to an impressive or excessive degree
Παραδείγματα
I had an epically hard time getting out of bed this morning.
Είχα επικά δύσκολη ώρα να σηκωθώ από το κρεβάτι σήμερα το πρωί.
Παραδείγματα
The project was executed epically, exceeding all expectations.
Το έργο εκτελέστηκε επικά, ξεπερνώντας όλες τις προσδοκίες.
Λεξικό Δέντρο
epically
epical
epic



























