Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Epee
01
ξίφος, φλερέ
a weapon characterized by a three-sided blade and a bell guard, used in competitive fencing where the entire body is a valid target area for scoring points
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
epees
Παραδείγματα
Her opponent defended against the epee's thrusts with quick parries and counters.
Ο αντίπαλός της αμύνθηκε στις μπουνιές της ξιφολόγχης με γρήγορες αποκρούσεις και αντεπιθέσεις.



























