Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entrepreneur
01
επιχειρηματίας
a person who starts a business, especially one who takes financial risks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
entrepreneurs
Παραδείγματα
As an entrepreneur, she started her own tech company with just a small investment.
Ως επιχειρηματίας, ξεκίνησε τη δική της τεχνολογική εταιρεία με μια μικρή επένδυση.
Λεξικό Δέντρο
entrepreneurial
entrepreneur



























