entrails
ent
ˈɛnt
ent
rails
reɪlz
reilz

Ορισμός και σημασία του "entrails"στα αγγλικά

01

εντόσθια, σπλάχνα

the internal organs, particularly the intestines, of a human or animal 
entrails definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entrails
Παραδείγματα
The hunter gutted the deer and removed its entrails before preparing it for cooking. 

Ο κυνηγός ξεκάρφωσε το ελάφι και αφαίρεσε τα εντόσθια του πριν το προετοιμάσει για μαγείρεμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store