Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enthuse
01
ενθουσιάζω, εκφράζω πάθος
to express passion or excitement about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enthuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
enthuses
ενεστώτα μετοχή
enthusing
απλός αόριστος
enthused
παθητική μετοχή
enthused
Παραδείγματα
She always enthused most when discussing her work helping underprivileged children.
Πάντα ενθουσιάστηκε περισσότερο όταν συζητούσε για τη δουλειά της βοηθώντας τα παιδιά που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.
02
ενθουσιάζω, εμψυχώνω
to cause excitement in someone
Παραδείγματα
The motivational speaker's powerful words enthused the audience, leaving them inspired and eager to take action.
Οι δυνατές λέξεις του κινητήριου ομιλητή ενθουσίασαν το κοινό, αφήνοντάς τους εμπνευσμένους και πρόθυμους να δράσουν.



























