Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enthrone
01
ενθρονίζω, τοποθετώ στον θρόνο
to formally place someone in a throne, such as a monarch
Παραδείγματα
The Archbishop was enthroned in a solemn ceremony, signifying his official role as the spiritual leader.
Ο Αρχιεπίσκοπος ενθρονίστηκε σε μια επίσημη τελετή, που σηματοδοτούσε τον επίσημο ρόλο του ως πνευματικού ηγέτη.
02
ενθρονίζω, ανεβάζω σε σημαντική θέση
to elevate someone to an important, powerful position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enthrone
γ΄ ενικό πρόσωπο
enthrones
ενεστώτα μετοχή
enthroning
απλός αόριστος
enthroned
παθητική μετοχή
enthroned
Παραδείγματα
The committee's decision to enthrone Mark as the project manager was met with approval.
Η απόφαση της επιτροπής να ενθρονίσει τον Μαρκ ως διαχειριστή του έργου έγινε δεκτή με έγκριση.
Λεξικό Δέντρο
enthronement
enthrone
throne



























