Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enthrone
01
ενθρονίζω, τοποθετώ στον θρόνο
to formally place someone in a throne, such as a monarch
Παραδείγματα
The prince was enthroned as the new king, with the crown placed upon his head and the nation rejoicing in his rise to the throne.
Ο πρίγκιπας ενθρονίστηκε ως νέος βασιλιάς, με το στέμμα να τοποθετείται στο κεφάλι του και το έθνος να χαίρεται για την άνοδό του στο θρόνο.
02
ενθρονίζω, ανεβάζω σε σημαντική θέση
to elevate someone to an important, powerful position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enthrone
γ΄ ενικό πρόσωπο
enthrones
ενεστώτα μετοχή
enthroning
απλός αόριστος
enthroned
παθητική μετοχή
enthroned
Παραδείγματα
After a thorough evaluation of his qualifications, the university administration chose to enthrone Professor Johnson as the dean of the faculty.
Μετά από μια ενδελεχή αξιολόγηση των προσόντων του, η διοίκηση του πανεπιστημίου επέλεξε να ενθρονίσει τον καθηγητή Johnson ως κοσμήτορα της σχολής.
Λεξικό Δέντρο
enthronement
enthrone
throne



























