Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to entail
01
συνεπάγομαι, απαιτώ
to require or involve certain actions, conditions, or consequences as a necessary part of a situation or decision
Transitive: to entail certain actions or conditions | to entail doing sth
Παραδείγματα
Completing the project on time entails working overtime if necessary.
Η ολοκλήρωση του έργου εγκαίρως συνεπάγεται εργασία υπερωριών εάν είναι απαραίτητη.
02
συνεπάγομαι, επιφέρω
to necessitate or result in a logical consequence or outcome
Transitive: to entail a consequence or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
entail
γ΄ ενικό πρόσωπο
entails
ενεστώτα μετοχή
entailing
απλός αόριστος
entailed
παθητική μετοχή
entailed
Παραδείγματα
Insufficient funds currently entail the need for careful budgeting.
Ανεπαρκής κεφάλαια προκαλούν τώρα την ανάγκη για προσεκτικό προϋπολογισμό.
03
περιορίζω την κληρονομιά, δέσμευση της κληρονομιάς σε συγκεκριμένους κληρονόμους
to legally restrict the inheritance of property to specific heirs within a family for several generations
Transitive: to entail a property
Παραδείγματα
The estate was entailed to ensure it stayed within the noble family.
Η περιουσία ήταν δεσμευμένη για να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνει εντός της ευγενούς οικογένειας.
Entail
01
η πράξη του περιορισμού της ιδιοκτησίας· η δημιουργία ενός περιορισμένου δικαιώματος από ένα πλήρες δικαίωμα, η κληρονομική υποκατάσταση
the act of entailing property; the creation of a fee tail from a fee simple
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
entails
02
γη που ελήφθη με δικαίωμα οικογενειακής διαδοχής, περιορισμένη κληρονομιά
land received by fee tail
Λεξικό Δέντρο
entailment
entail



























