Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ambivalence
01
αμφιθυμία
the state of having mixed or opposing feelings
Παραδείγματα
The artist 's work elicited ambivalence among critics, with some praising its originality while others found it confusing.
Το έργο του καλλιτέχνη προκάλεσε αμφιθυμία μεταξύ των κριτικών, με κάποιους να επαινούν την πρωτοτυπία του ενώ άλλοι το βρήκαν σύγχυση.
Λεξικό Δέντρο
ambivalency
ambivalence
ambival



























