ambivalence
am
æm
αιμ
bi
ˈbɪ
μπι
va
βα
lence
ləns
λανσ
equivalence

Ορισμός και σημασία του "ambivalence"στα αγγλικά

01

αμφιθυμία

the state of having mixed or opposing feelings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The announcement of the policy change was met with ambivalence by the employees, who saw both pros and cons. 

Η ανακοίνωση της αλλαγής της πολιτικής συναντήθηκε με αμφιθυμία από τους εργαζόμενους, που είδαν και τα υπέρ και τα κατά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ambivalency
ambivalence
ambival
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store