Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ennoble
01
εξυγιαίνω, ανακηρύσσω ευγενή
to give a title to someone in order to make them a member of the noble community
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ennoble
γ΄ ενικό πρόσωπο
ennobles
ενεστώτα μετοχή
ennobling
απλός αόριστος
ennobled
παθητική μετοχή
ennobled
02
εξυγιαίνω, τιμώ
confer dignity or honor upon
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ennoblement
ennobling
ennoble



























