Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enlist
01
κατατάσσομαι, εγγράφομαι στο στρατό
to join the armed forces
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enlist
γ΄ ενικό πρόσωπο
enlists
ενεστώτα μετοχή
enlisting
απλός αόριστος
enlisted
παθητική μετοχή
enlisted
Παραδείγματα
At the age of 18, he decided to enlist in the army to serve his country.
Στην ηλικία των 18 ετών, αποφάσισε να καταταγεί στον στρατό για να υπηρετήσει τη χώρα του.
02
επιστρατεύω, προσλαμβάνω
to formally recruit or hire someone for work or participation in an activity
Transitive: to enlist sb
Παραδείγματα
The company enlisted new employees to expand its customer support team.
Η εταιρεία προσέλαβε νέους υπαλλήλους για να επεκτείνει την ομάδα υποστήριξης πελατών της.
03
στρατολογώ, εγγράφω
to recruit or engage an individual for service in the military
Transitive: to enlist soldiers
Παραδείγματα
The army decided to enlist new soldiers to bolster its ranks.
Ο στρατός αποφάσισε να στρατολογήσει νέους στρατιώτες για να ενισχύσει τις τάξεις του.
Λεξικό Δέντρο
enlisting
enlistment
enlist
list



























