Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enjoyment
01
απόλαυση, ευχαρίστηση
the feeling of pleasure that someone experiences from an activity, a thing or a situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He found great enjoyment in playing the piano every evening.
Βρήκε μεγάλη ευχαρίστηση στο να παίζει πιάνο κάθε βράδυ.
02
απόλαυση, ευχαρίστηση
act of receiving pleasure from something
03
απόλαυση
(law) the exercise of the legal right to enjoy the benefits of owning property
Λεξικό Δέντρο
enjoyment
enjoy
joy



























