Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enjoyable
01
ευχάριστος, διασκεδαστικός
(of an activity or an event) making us feel good or giving us pleasure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enjoyable
συγκριτικός βαθμός
more enjoyable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The museum visit was more enjoyable than I expected.
Η επίσκεψη στο μουσείο ήταν πιο ευχάριστη από ό,τι περίμενα.
Λεξικό Δέντρο
enjoyableness
enjoyably
enjoyable
enjoy
joy



























