aberrant
a
ə
ē
be
ˈbɛ
be
rrant
rənt
rēnt
inerrantapparentparenterrant

Ορισμός και σημασία του "aberrant"στα αγγλικά

01

αποκλίνων, ανώμαλος

different from the usual and accepted way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aberrant
συγκριτικός βαθμός
more aberrant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His behavior was aberrant compared to the rest of the group. 

Η συμπεριφορά του ήταν αποκλίνουσα σε σύγκριση με την υπόλοιπη ομάδα.

01

παρεκκλίνων, αποκλίνων

a person whose actions, attitudes, or behavior differ markedly from what is typical or accepted within a particular group or society 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aberrants
Παραδείγματα
The community viewed him as an aberrant for rejecting long‑held traditions. 

Η κοινότητα τον θεωρούσε αποκλίνοντα για την απόρριψη των μακροχρόνιων παραδόσεων.

Λεξικό Δέντρο

aberrant
aberr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store