engaging
en
ɪn
ιν
ga
ˈgeɪ
γκει
ging
ʤɪng
τζινγκ
stagingragingpagingaging

Ορισμός και σημασία του "engaging"στα αγγλικά

01

συναρπαστικός, ενδιαφέρων

attractive and interesting in a way that draws one's attention 
engaging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most engaging
συγκριτικός βαθμός
more engaging
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attention, interest, entertainment
Παραδείγματα
The book was so engaging that she couldn't put it down. 

Το βιβλίο ήταν τόσο συναρπαστικό που δεν μπορούσε να το αφήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

engagingly
engaging
engage
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store