engaging
en
ɪn
ιν
ga
ˈgeɪ
γκει
ging
ʤɪng
τζινγκ
/ɪnˈɡeɪʤɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "engaging"στα αγγλικά

01

συναρπαστικός, ενδιαφέρων

attractive and interesting in a way that draws one's attention
engaging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most engaging
συγκριτικός βαθμός
more engaging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The discussion was lively and engaging from start to finish.
Η συζήτηση ήταν ζωντανή και συναρπαστική από την αρχή μέχρι το τέλος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store