to engastrate
Pronunciation
/ɛnɡæstɹeɪt/

Ορισμός και σημασία του "engastrate"στα αγγλικά

to engastrate
01

γεμίζω, στουπώνω

to stuff one food item inside another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
engastrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
engastrates
ενεστώτα μετοχή
engastrating
απλός αόριστος
engastrated
παθητική μετοχή
engastrated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store