Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to engastrate
01
γεμίζω, στουπώνω
to stuff one food item inside another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
engastrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
engastrates
ενεστώτα μετοχή
engastrating
απλός αόριστος
engastrated
παθητική μετοχή
engastrated



























