to energize
e
ˈɛ
e
ner
gize
ʤaɪz
jaiz
energise

Ορισμός και σημασία του "energize"στα αγγλικά

to energize
01

ενεργοποιώ, αναζωογονώ

to increase energy levels 
Transitive: to energize sb/sth
to energize definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
energize
γ΄ ενικό πρόσωπο
energizes
ενεστώτα μετοχή
energizing
απλός αόριστος
energized
παθητική μετοχή
energized
Παραδείγματα
Exercise in the morning can energize your body and mind for the day ahead. 

Η άσκηση το πρωί μπορεί να ενεργοποιήσει το σώμα και το μυαλό σας για την επερχόμενη ημέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store