energize
e
ˈɛ
ε
ner
nɜr
νερρ
gize
ˌʤaɪz
τζαιζ
/ˈɛnədʒˌaɪz/
energise

Ορισμός και σημασία του "energize"στα αγγλικά

to energize
01

ενεργοποιώ, αναζωογονώ

to increase energy levels
Transitive: to energize sb/sth
to energize definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
energize
γ΄ ενικό πρόσωπο
energizes
ενεστώτα μετοχή
energizing
απλός αόριστος
energized
παθητική μετοχή
energized
Παραδείγματα
A healthy snack in the afternoon can energize your body and improve focus.
Ένα υγιεινό σνακ το απόγευμα μπορεί να ενεργοποιήσει το σώμα σας και να βελτιώσει τη συγκέντρωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store