Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to energize
01
ενεργοποιώ, αναζωογονώ
to increase energy levels
Transitive: to energize sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
energize
γ΄ ενικό πρόσωπο
energizes
ενεστώτα μετοχή
energizing
απλός αόριστος
energized
παθητική μετοχή
energized
Παραδείγματα
A healthy snack in the afternoon can energize your body and improve focus.
Ένα υγιεινό σνακ το απόγευμα μπορεί να ενεργοποιήσει το σώμα σας και να βελτιώσει τη συγκέντρωση.
Λεξικό Δέντρο
energizing
energizing
energize
energy



























