Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amazed
01
έκπληκτος, κατάπληκτος
feeling or showing great surprise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amazed
συγκριτικός βαθμός
more amazed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His amazed expression spoke volumes about his reaction to the unexpected news.
Η έκπληκτη έκφρασή του μίλησε πολλά για την αντίδρασή του στο απροσδόκητο νέο.
Λεξικό Δέντρο
amazed
amaze



























