amazed
a
ə
ē
mazed
ˈmeɪzd
meizd
glazedblazedcrazedgrazed

Ορισμός και σημασία του "amazed"στα αγγλικά

01

έκπληκτος, κατάπληκτος

feeling or showing great surprise 
amazed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amazed
συγκριτικός βαθμός
more amazed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His amazed expression spoke volumes about his reaction to the unexpected news. 

Η έκπληκτη έκφρασή του μίλησε πολλά για την αντίδρασή του στο απροσδόκητο νέο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store