Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endlessly
Παραδείγματα
The children played in the park endlessly, enjoying the warm summer day.
Τα παιδιά έπαιξαν στο πάρκο ατέλειωτα, απολαμβάνοντας τη ζεστή καλοκαιρινή μέρα.
02
ακούραστα, ασταμάτητα
with unflagging resolve
03
ασταμάτητα, συνεχώς
all the time; seemingly without stopping
04
ατέρμονα, ατελείωτα
(spatial sense) seeming to have no bounds
Λεξικό Δέντρο
endlessly
endless
end



























