Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Endearment
01
έκφραση αγάπης, τρυφερότητα
the act of showing affection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
endearments
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
endearment
endear



























