Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endearing
01
αξιολάτρευτος, γοητευτικός
referring to qualities or behaviors that make a person likable or charming to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most endearing
συγκριτικός βαθμός
more endearing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old man's endearing stories of his youth charmed the children who listened to them.
Οι γοητευτικές ιστορίες του γέρου για τη νιότη του γοήτευσαν τα παιδιά που τις άκουγαν.
Λεξικό Δέντρο
endearingly
endearing
endear



























