Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encroaching
01
εισβάλλων, προχωρώντας σταδιακά
gradually and subtly intruding upon or taking over something else, often to the point of causing harm or damage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most encroaching
συγκριτικός βαθμός
more encroaching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The encroaching forest was slowly overtaking the farmland.
Το εισβαλλόμενο δάσος σιγά-σιγά κατέλαβε τη γεωργική γη.
Λεξικό Δέντρο
encroaching
encroach



























