Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encouraged
01
ενθαρρυμένος, παρακινημένος
feeling hopeful or motivated, often as a result of support or positive feedback from others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most encouraged
συγκριτικός βαθμός
more encouraged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The encouraged student tackled the difficult assignment with renewed determination.
Ο ενθαρρυμένος μαθητής αντιμετώπισε τη δύσκολη εργασία με ανανεωμένη αποφασιστικότητα.
Λεξικό Δέντρο
encouraged
encourage



























