Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encourage
01
ενθαρρύνω, υποστηρίζω
to provide someone with support, hope, or confidence
Transitive: to encourage sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encourage
γ΄ ενικό πρόσωπο
encourages
ενεστώτα μετοχή
encouraging
απλός αόριστος
encouraged
παθητική μετοχή
encouraged
Παραδείγματα
The teacher always took the time to encourage her students, praising their efforts and boosting their confidence in the classroom.
Ο δάσκαλος πάντα έπαιρνε το χρόνο να ενθαρρύνει τους μαθητές της, επαινώντας τις προσπάθειές τους και ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή τους στην τάξη.
02
ενθαρρύνω, παροτρύνω
to make something more likely to exist, happen, or develop
Transitive: to encourage an action
Παραδείγματα
The teacher encouraged creativity in her students by giving them freedom to experiment.
Ο δάσκαλος ενθάρρυνε τη δημιουργικότητα στους μαθητές του δίνοντάς τους την ελευθερία να πειραματιστούν.
03
ενθαρρύνω, παροτρύνω
to persuade a person to do something by making them think it is good for them or by making it easier
Ditransitive: to encourage sb to do sth
Παραδείγματα
The school’s programs are meant to encourage children to read more often.
Τα προγράμματα του σχολείου έχουν σχεδιαστεί για να ενθαρρύνουν τα παιδιά να διαβάζουν πιο συχνά.
Λεξικό Δέντρο
encouraged
encouragement
encouraging
encourage



























