Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encase
01
τυλίγω, περικλείω
to surround or cover something completely with a protective structure
Transitive: to encase a delicate or valuable object in a protective structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encase
γ΄ ενικό πρόσωπο
encases
ενεστώτα μετοχή
encasing
απλός αόριστος
encased
παθητική μετοχή
encased
Παραδείγματα
To protect the fragile sculpture, the artist encased it in a custom-made wooden crate.
Για να προστατεύσει το εύθραυστο γλυπτό, ο καλλιτέχνης το τοποθέτησε σε ένα ξύλινο κιβώτιο κατασκευασμένο ειδικά για αυτό.
Λεξικό Δέντρο
encase
case



























