Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Encampment
01
κατασκήνωση, περιοχή κατασκήνωσης
a site where people on holiday can pitch a tent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
encampments
02
κατασκήνωση
the act of encamping and living in tents in a camp
03
στρατόπεδο
temporary living quarters specially built by the army for soldiers
Λεξικό Δέντρο
encampment
encamp
camp



























