to encamp
en
ɛn
en
camp
ˈkæmp
kāmp
revampdecampscamptramp

Ορισμός και σημασία του "encamp"στα αγγλικά

to encamp
01

κατασκηνώνω, στήνω κατασκήνωση

to set up tents or a temporary place to stay in 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encamp
γ΄ ενικό πρόσωπο
encamps
ενεστώτα μετοχή
encamping
απλός αόριστος
encamped
παθητική μετοχή
encamped

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

encampment
encamp
camp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store