Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enamor
01
ερωτεύω, γοητεύω
to cause to be in love or infatuated by someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enamor
γ΄ ενικό πρόσωπο
enamors
ενεστώτα μετοχή
enamoring
απλός αόριστος
enamored
παθητική μετοχή
enamored
Λεξικό Δέντρο
enamored
enamor



























