Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enamel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
enamels
Παραδείγματα
Enamel is the hard outer layer of the teeth that protects them from decay and damage.
Το επίχρισμα είναι το σκληρό εξωτερικό στρώμα των δοντιών που τα προστατεύει από τη φθορά και τη βλάβη.
02
σμάλτο, βερνίκι
a paint that forms a hard, glossy surface when dry
Παραδείγματα
She painted the door with white enamel for a durable surface.
Έβαψε την πόρτα με λευκό σμάλτο για μια ανθεκτική επιφάνεια.
03
σμάλτο, βερνίκι
a smooth, glossy coating resembling ceramic glaze
Παραδείγματα
The cabinet was finished with a thick enamel for a shiny surface.
Το ντουλάπι ολοκληρώθηκε με ένα παχύ σμάλτο για μια γυαλιστερή επιφάνεια.
04
σμάλτο, επίστρωση με σμάλτο
a hard, glossy coating made of melted glass powder, applied to surfaces for durability and aesthetic appeal, commonly used in pottery and jewelry
Παραδείγματα
The artist carefully applied enamel to the pottery to create intricate designs.
Ο καλλιτέχνης εφάρμοσε προσεκτικά σμάλτο στην κεραμική για να δημιουργήσει περίπλοκα σχέδια.
to enamel
01
εμαγιέ, επικαλύπτω με γυαλιστερή στρώση
to cover a surface with a glossy or decorative layer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enamel
γ΄ ενικό πρόσωπο
enamels
ενεστώτα μετοχή
enameling
απλός αόριστος
enameled
παθητική μετοχή
enameled
Παραδείγματα
Artisans often enamel jewelry to add color and shine.
Οι τεχνίτες συχνά εναμέλουν τα κοσμήματα για να προσθέσουν χρώμα και λάμψη.



























