Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emphatic
01
εμφατικός, κατηγορηματικός
leaving no room for alternative interpretation through strength of expression and certainty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most emphatic
συγκριτικός βαθμός
more emphatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The witness gave emphatic testimony, stressing key details and dates in her response.
Ο μάρτυρας έδωσε κατηγορηματική κατάθεση, τονίζοντας βασικές λεπτομέρειες και ημερομηνίες στην απάντησή της.
02
εμφατικός, αποφασιστικός
forceful and definite in expression or action
03
εμφατικός, δυνατός
sudden and strong
Λεξικό Δέντρο
unemphatic
emphatic



























