emollient
e
ɪ
i
mo
ˈmɒ
mo
llient
liənt
liēnt
emolument

Ορισμός και σημασία του "emollient"στα αγγλικά

01

μαλακτικό, καταπραϋντικό

a material applied to the skin to reduce dryness and irritation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emollients
Παραδείγματα
The cream contains an emollient that softens rough skin. 

Η κρέμα περιέχει ένα μαλακτικό που μαλακώνει την τραχιά επιδερμίδα.

01

μαλακτικό, καθησυχαστικό

having a softening or soothing effect on the skin 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most emollient
συγκριτικός βαθμός
more emollient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Shea butter is known for its emollient properties, moisturizing and softening the skin. 

Το βούτυρο σιά είναι γνωστό για τις απαλές του ιδιότητες, ενυδατώνοντας και μαλακώνοντας το δέρμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store