Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emotional
01
συναισθηματικός, ευαίσθητος
(of people) easily affected by or tend to express strong feelings and emotions
Παραδείγματα
She is an emotional person, often shedding tears of joy or sadness during heartfelt moments.
Είναι ένα συναισθηματικό άτομο, που συχνά χύνει δάκρυα χαράς ή θλίψης σε συγκινητικές στιγμές.
02
συναισθηματικός, συναισθηματικός
relating to feelings or emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most emotional
συγκριτικός βαθμός
more emotional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Emotional responses vary from person to person.
Οι συναισθηματικές αντιδράσεις διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
03
συναισθηματικός, παθιασμένος
driven or influenced more by feelings than by reason
Παραδείγματα
He made an emotional decision to quit his job.
Πήρε μια συναισθηματική απόφαση να παραιτηθεί από τη δουλειά του.
Λεξικό Δέντρο
emotionally
overemotional
unemotional
emotional
emotion
emote



























