Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to emit
01
εκπέμπω, απελευθερώνω
to release gases or odors into the air
Transitive: to emit gases or odors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
emit
γ΄ ενικό πρόσωπο
emits
ενεστώτα μετοχή
emitting
απλός αόριστος
emitted
παθητική μετοχή
emitted
Παραδείγματα
The factory chimney emits smoke into the air, affecting the local air quality.
Η καπνοδόχος του εργοστασίου εκπέμπει καπνό στον αέρα, επηρεάζοντας την ποιότητα του τοπικού αέρα.
02
εκπέμπω, απελευθερώνω
to release heat, light, sound, radiation, etc.
Transitive: to emit a wave
Παραδείγματα
The campfire emitted a warm glow, providing light and heat to the surrounding area.
Η φωτιά της κατασκήνωσης εκπέμπει μια ζεστή λάμψη, παρέχοντας φως και θερμότητα στην περιβάλλουσα περιοχή.
03
εκπέμπω, εκφράζω
to give voice or expression to something, such as an emotion
Transitive: to emit an emotional reaction
Παραδείγματα
The baby emitted a series of joyful giggles as she played with her toys.
Το μωρό εκπέμπει μια σειρά από χαρούμενα γελάσματα καθώς έπαιζε με τα παιχνίδια του.
Λεξικό Δέντρο
emission
emitter
emit



























