Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eminent
01
εξέχων, υψηλός
higher or taller than the things or people nearby in a way that draws attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eminent
συγκριτικός βαθμός
more eminent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The statue stood eminent above the square, visible from every corner.
Το άγαλμα στεκόταν επίσημο πάνω από την πλατεία, ορατό από κάθε γωνία.
02
διακεκριμένος, διάσημος
having a position or quality that is noticeably great and respected
Παραδείγματα
The eminent professor was widely respected for his contributions to physics.
Ο διακεκριμένος καθηγητής ήταν ευρέως σεβαστός για τις συνεισφορές του στη φυσική.



























