Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emetic
01
εμετικό, εμετικού
a substance that causes vomiting and is used in cases of poisoning or overdose to remove harmful substances from the stomach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
emetics
Παραδείγματα
An emetic is a crucial tool in treating certain types of poisoning.
Ένα εμετικό είναι ένα κρίσιμο εργαλείο στη θεραπεία ορισμένων τύπων δηλητηρίασης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
antiemetic
emetic



























