Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emergent
01
αναδυόμενος, αναπτυσσόμενος
developing or in the process of coming into existence
Παραδείγματα
With the emergent industry of virtual reality, many companies are investing heavily in research and development.
Με την αναδυόμενη βιομηχανία της εικονικής πραγματικότητας, πολλές εταιρείες επενδύουν έντονα στην έρευνα και την ανάπτυξη.
02
επείγων, απρόσμενος
happening suddenly and demanding immediate action
Παραδείγματα
When she showed emergent symptoms of an allergic reaction, they rushed her to the nearest clinic.
Όταν έδειξε αναδυόμενες συμπτώματα αλλεργικής αντίδρασης, την έσπευσαν στην πλησιέστερη κλινική.
Λεξικό Δέντρο
emergent
emerge



























