Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emcee
01
τελετάρχης, παρουσιαστής
a person who acts as host at formal occasions (makes an introductory speech and introduces other speakers)
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emcees
to emcee
01
παρουσιάζω, είμαι κύριος τελετής
act as a master of ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
emcee
γ΄ ενικό πρόσωπο
emcees
ενεστώτα μετοχή
emceeing
απλός αόριστος
emceed
παθητική μετοχή
emceed



























