Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embroiled
01
εμπλεκόμενος, μπλεγμένος
becoming involved in a dispute, conflict, or complex situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embroiled
συγκριτικός βαθμός
more embroiled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She became embroiled in a heated debate over the new policy changes.
Εμπλέχθηκε σε μια έντονη συζήτηση για τις νέες αλλαγές στην πολιτική.
Λεξικό Δέντρο
embroiled
embroil



























