Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embroiled
01
εμπλεκόμενος, μπλεγμένος
becoming involved in a dispute, conflict, or complex situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embroiled
συγκριτικός βαθμός
more embroiled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company was embroiled in legal battles that affected its reputation.
Η εταιρεία ήταν εμπλεκόμενη σε νομικές μάχες που επηρέασαν τη φήμη της.
Λεξικό Δέντρο
embroiled
embroil



























