Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embroil
01
εμπλέκω, μπλέκω
to involve someone in an argument, conflict, or complex situation
Transitive: to embroil sb in a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embroil
γ΄ ενικό πρόσωπο
embroils
ενεστώτα μετοχή
embroiling
απλός αόριστος
embroiled
παθητική μετοχή
embroiled
Παραδείγματα
He inadvertently embroiled himself in a heated debate at the family gathering by expressing a controversial opinion.
Ακούσια εμπλέχθηκε σε μια ζωηρή συζήτηση στη συγκέντρωση της οικογένειας εκφράζοντας μια αμφιλεγόμενη άποψη.
Λεξικό Δέντρο
disembroil
embroiled
embroilment
embroil



























