Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embolden
01
ενθαρρύνω, δίνω θάρρος
to give someone courage or confidence, inspiring them to take bold actions or face challenges with determination
Transitive: to embolden sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embolden
γ΄ ενικό πρόσωπο
emboldens
ενεστώτα μετοχή
emboldening
απλός αόριστος
emboldened
παθητική μετοχή
emboldened
Παραδείγματα
The continuous encouragement has successfully emboldened individuals to take on new challenges.
Η συνεχής ενθάρρυνση έχει επιτυχώς ενθαρρύνει τα άτομα να αναλάβουν νέες προκλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
emboldened
embolism
embolden



























