Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Embellishment
01
διακόσμηση, στολίδι
the act of adding extraneous decorations to something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
embellishments
02
διακόσμηση, περιττή διακόσμηση
a superfluous ornament
03
διακόσμηση, επιτήδευση
the act of adding extra details or exaggerating certain aspects of a story or description to make it more interesting or appealing
Λεξικό Δέντρο
embellishment
embellish



























