Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embark on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
embark
ενεστώτας
embark on
γ΄ ενικό πρόσωπο
embarks on
ενεστώτα μετοχή
embarking on
απλός αόριστος
embarked on
παθητική μετοχή
embarked on
Παραδείγματα
She decided to embark on a career in medicine after completing her undergraduate degree.
Αποφάσισε να ασχοληθεί με μια καριέρα στην ιατρική μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου της.



























