Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embark on
[phrase form: embark]
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
embark
ενεστώτας
embark on
γ΄ ενικό πρόσωπο
embarks on
ενεστώτα μετοχή
embarking on
απλός αόριστος
embarked on
παθητική μετοχή
embarked on
Παραδείγματα
The team embarked upon a new project aimed at developing sustainable energy solutions.
Η ομάδα ξεκίνησε ένα νέο έργο με στόχο την ανάπτυξη βιώσιμων ενεργειακών λύσεων.



























