elver
el
ˈɛl
el
ver
elder

Ορισμός και σημασία του "elver"στα αγγλικά

01

νεαρό χέλι, μικρό χέλι

a small and young eel 
elver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
elvers
02

νεαρός χέλι, γεννάδα

young eel; may be sauteed or batter-fried 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store